Της Βασιλικής Αδαμοπούλου

Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και λοιπών τίτλων αποτελεί θεμελιώδη διαδικασία για την επίτευξη της δικαστικής προστασίας και την ικανοποίηση των συμφερόντων του δανειστή. Ωστόσο, η δυνατότητα χορήγησης αναστολής της εκτέλεσης συνιστά ουσιώδη μηχανισμό προστασίας της περιουσίας του καθ’ ου η εκάστοτε διαδικασία εκτέλεσης, ιδίως ενώ εκκρεμεί ανακοπή ή άλλο ένδικο βοήθημα ή μέσο.

Στο ελληνικό δικονομικό σύστημα, οι κρίσιμες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες σκιαγραφούν – υπό διαφορετικούς όρους – την δυνατότητα του οφειλέτη να αιτηθεί την αναστολή της εκτέλεσης, είναι δύο, και συγκεκριμένα, αυτές εντοπίζονται στο άρθρο 632 § 3 και στο άρθρο 938 §2.

 

Παρά την ρητή έκφραση του νομοθέτη, όσον αφορά στο πλαίσιο εφαρμογής των δύο κρίσιμων διατάξεων στη δικαστική καθημερινότητα, συχνά παρατηρείται η σύγχυση αυτών και η εσφαλμένη εφαρμογή τους στις ανάγκες της εκάστοτε υπόθεσης.

 

Μελετώντας ένα δείγμα της νομολογίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, διαπιστώνει κανείς ότι καθημερινά εκδίδονται σχετικές αποφάσεις, οι οποίες άπτονται ζητημάτων περί της δυνατότητας χορήγησης αναστολής της εκτελεστότητας των επιμέρους πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ιδιαίτερα κρίσιμο εμφανίζεται, νομολογιακά, το ζήτημα της αναστολής σε περιπτώσεις που έχει εκκινήσει η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, από την κοινοποίηση της επιταγής προς πληρωμή και στο εξής, κατά τις οποίες (περιπτώσεις) ανακύπτει και η σύγχυση των διαθέσιμων νομικών εργαλείων.

 

Ενδεικτικά, και όχι περιοριστικά, η ως άνω προβληματική αποκρυσταλλώνεται και στην υπ’ αριθμ. 285/2025 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία εξεδόθη κατά τη διαδικασία των Ασφαλιστικών Μέτρων και υιοθετεί μια σταθερή συλλογιστική.

 

Πιο συγκεκριμένα, δυνάμει της εν θέματι απόφασης, απορρίπτεται αίτηση αναστολής εκτέλεσης οφειλέτη, ασκηθείσα κατ’ άρθρο 938 §2 ΚΠολΔ, επί τη βάσει ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτη, διότι κατά τον χρόνο υποβολής της είχε ήδη επιβληθεί κατάσχεση επί ακινήτου του καθ’ ου η εκτέλεση. Μάλιστα, σημειώνεται ότι, παρά το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση είχε κατατεθεί περιβαλλόμενη τον τίτλο της διάταξης του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, το ίδιο το Δικαστήριο διέκρινε την διαφοροποίηση, δοθέντος ότι είχε ήδη εκκινήσει και προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, και αντιμετώπισε αυτήν ως αίτηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ.

 

Ακολουθώντας την συλλογιστική της υπό κρίση απόφασης, και κατά τη ρητή διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως αυτή σήμερα ισχύει, η αναστολή εκτέλεσης μετά την επιβολή κατάσχεσης επί ακινήτου απαγορεύεται απολύτως, χωρίς να παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να την χορηγήσει, ανεξαρτήτως της ευδοκίμησης των επικαλουμένων λόγων και της πιθανολόγησης ανεπανόρθωτης βλάβης. Αναλυτικότερα, δυνάμει του άρθρου 938 ΚΠολΔ ως ισχύει κατά ν. 4842/2021, παρέχεται η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως στο α’  βαθμό δικαιοδοσίας. Ρητή εξαίρεση στην ως άνω δυνατότητα εισάγει η δεύτερη παράγραφος του ως άνω άρθρου, επί κατάσχεσης ακινήτου. Αίτηση αναστολής μπορεί να ασκηθεί πρωτόδικα και κατά της επιταγής προς πληρωμή κάτωθι του εκτελεστού τίτλου ήτοι στο δικονομικό στάδιο προ της επίσπευσης κάποιου ειδικότερου μέσου εκτέλεσης. Και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να ανασταλεί η δυνατότητα επίσπευσης κατάσχεσης κατά ακινήτου του οφειλέτη. Επί έμμεσης εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων διά κατάσχεσης ακινήτων, αναστολή εκτελέσεως μπορεί να ζητηθεί κατ΄ άρθρο 938§2 ΚΠολΔ μόνο στη δίκη του ένδικου μέσου που απέρριψε την ανακοπή κατά της εκτέλεσης. Η αναστολή μπορεί να δοθεί ήδη όταν προσβάλλεται με ανακοπή μόνον η επιταγή προς πληρωμή, δηλαδή η προδικασία της εκτέλεσης, όμως πριν  ακόμη επιλεγεί το ειδικότερο μέσο της εκτέλεσης που θα χρησιμοποιηθεί από τον επισπεύδοντα. Η απαγόρευση αυτή διαφοροποιείται από τη ρύθμιση του άρθρου 632 §3 ΚΠολΔ, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης διαταγής πληρωμής εφόσον έχει ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ και πιθανολογείται ανεπανόρθωτη βλάβη, χωρίς να προβλέπεται ανάλογος χρονικός περιορισμός ως προς την ύπαρξη ή μη πράξεων εκτέλεσης (όπως η κατάσχεση). Οι διατάξεις των άρθρων 731 και 732 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζονται ως γενικότερες επί των ειδικότερων διατάξεων των άρθρων 937 και 938 ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποβληθείσα αίτηση αναστολής ήταν νομικά αβάσιμη, λόγω της ύπαρξης απόλυτου νομικού κωλύματος, αφού είχε ήδη επιβληθεί κατάσχεση επί ακίνητης περιουσίας του αιτούντος.

 

Εμβαθύνοντας επί του ζητήματος της δυνατότητας αναστολής της εκτέλεσης, και επιχειρώντας να συγκρίνουμε το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο των δύο κρίσιμων διατάξεων, προκύπτουν οι ακόλουθες σκέψεις.

Από τη διάταξη του άρθρου 632 § 3 ΚΠολΔ προβλέπεται ότι: «Με την επιφύλαξη του άρθρου 631, η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το Δικαστήριο όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή……». Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής είναι, σωρευτικά: α) η νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής του άρ. 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., β) η πιθανολόγηση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας ενός τουλάχιστον λόγου της ανακοπής και γ) η πιθανολόγηση ότι η διενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (ΜΠρΚορινθ 155/2023), (Σ.Σ Πανταζόπουλος μετά τους ν. 4842/2021  και 4855/2021, Αναγκαστική Εκτέλεση,2η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα).

Παράλληλα, με το νέο άρθρο 938 ΚΠολΔ (το οποίο είχε καταργηθεί με τον Ν. 4335/2015 και επαναφέρθηκε στον ισχύοντα κώδικα), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 60 Ν. 4842/2021, και, σύμφωνα με την παρ. 6 γ` του άρθρου 116 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1/1/2022, επαναφέρεται περιορισμένα η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμούν οι ανακοπές των άρθρων 933 ή 936 κατά του κύρους εκτέλεσης, χωρίς διάκριση πλέον μεταξύ άμεσης και έμμεσης εκτέλεσης. Επί άμεσης εκτέλεσης η δυνατότητα τέτοιας αναστολής προβλεπόταν από το προϊσχύον άρθρο 937 παρ. 1 περ γ’ Κ.Πολ. Δ. Μετά την παραπάνω -μερική- επαναφορά του άρθρου 938 παρέχεται δυνατότητα υποβολής αίτησης αναστολής και επί αναπληρωματικής και έμμεσης εκτέλεσης, δηλαδή και αυτής που διενεργείται βάσει των άρθρων 945,946, 947, 950 και επί έμμεσης εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με μόνες ρητώς καθοριζόμενες εξαιρέσεις την κατάσχεση ακινήτων και κινητών που υπόκεινται σε φθορά (ΜΠρΑθ 2833/2025 Ασφ).Επομένως, αναστολή μπορεί να χορηγηθεί και επί έμμεσης εκτέλεσης που πραγματοποιείται δια κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, με κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, με αναγκαστική διαχείριση ή και με προσωπική κράτηση, όταν πρόκειται για εκτέλεση τελεσίδικης απόφασης.

 

Εφόσον δεν προβλέπεται στο νόμο ρητή διάκριση, στην περίπτωση έμμεσης εκτέλεσης προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η αναστολή μπορεί να χορηγηθεί ήδη κατά το στάδιο της ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή, δηλαδή πριν ακόμη καθοριστεί το ειδικότερο μέσο εκτέλεσης που θα επιλέξει ο επισπεύδων δανειστής. Αυτό συμβαίνει διότι, στο χρονικό αυτό σημείο, δεν είναι ακόμη γνωστό ποιο μέσο εκτέλεσης θα χρησιμοποιηθεί. Αντίθετα, η απαγόρευση αναστολής όταν πρόκειται για κατάσχεση ακινήτου προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης είναι απόλυτη.

Λαμβάνοντας υπόψη τη δυσχέρεια που δημιουργείται, η αναστολή που χορηγείται βάσει του άρθρου 938 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν μπορεί να αφορά οτιδήποτε άλλο, πέραν των επιμέρους μέσων εκτέλεσης· στα μέσα αυτά, εξάλλου, περιορίζεται εκ του νόμου η εξουσία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή, είτε αυτό αναφέρεται ρητώς στην απόφαση, είτε όχι. Κατά συνέπεια, και με δεδομένες τις νομοθετικά προβλεπόμενες εξαιρέσεις, η αναστολή μπορεί να αφορά εκτέλεση που θα πραγματοποιηθεί είτε με κατάσχεση εις χείρας τρίτου, είτε με κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, αλλά όχι μέσω κατάσχεσης επί ακινήτου. Αυτό σημαίνει ότι οι αιτήσεις αναστολής που υποβάλλονται μετά από άσκηση ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή, όσο δεν έχει επιβληθεί κατάσχεση ακινήτου, θεωρούνται πλέον νόμιμα βάσιμες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς την καθυστέρηση της διαδικασίας. Από την άλλη πλευρά, ο ανακόπτων, ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση που αφορά στο ακίνητό του, δεν μπορεί -ούτε υπό το νέο καθεστώς- να επιτύχει κάτι τέτοιο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω της ρητής απαγόρευσης που προβλέπεται στο άρθρο 938 παρ. 2 ΚΠολΔ. (ΜΠΘεσς 1267/2025)

Περαιτέρω, οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρ. 937 επ. ΚΠολΔ ρυθμίζουν αποκλειστικά τη δυνατότητα άσκησης αίτησης αναστολής κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, χωρίς να επιδέχονται διαφορετική ερμηνεία, και χωρίς να παρέχεται κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας άλλη δυνατότητα αναστολής (βλ. μεταξύ άλλων ΜΠρΑθ 5801/2017 και ΜΠΛαμ 223/2016 ΤΝΠ-Νόμος, ΜΠΘεσ 7431/2016 και ΜΠΠειρ 229/2016 αδημ., Ευ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη σε Αρμ 2016.5 επ., Σ. Μούζουρα σε ΕλλΔνη 2016. 987 επ., Α. Πλεύρη σε ΕλλΔνη 2016.158).

Η δυνατότητα της αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας βάσει των διατάξεων των άρθρ. 731 και 732 Κ.Πολ.Δ. περί προσωρινής ρύθμισης κατάστασης (βλ. ΑΠ 11/2017 και 142/2016 σε συμβούλιο), έστω και υπό τη μορφή της απαγόρευσης της ενέργειας συγκεκριμένης πράξης, δεν ευσταθεί, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις δεν δύνανται να αντικαταστήσουν τις αποκλειστικές ρυθμίσεις του άρθρ. 937 Κ.Πολ.Δ. (βλ. Κράνη σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚ.Πολ.Δ. I 2000, άρθρ. 731- 732 αριθ. 5, ΜΠρΑθ 3977/2002 ΝοΒ 2002. 2035, ΜΠΘεσ 3335/1989 δημ. ΤΝΠ-Νόμος), οι οποίες κατισχύουν ως ειδικότερες.

Αντίθετη ερμηνεία θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με το γράμμα του νόμου (βλ. σχόλιο Κωνσταντίνου Καλαβρού, ΕλλΔνη 2017. 415), θα ήταν αντίθετη στο σκοπό του νομοθέτη και θα καθιστούσε τις προβλέψεις του άρθρ. 937 ΚΠολΔ άνευ αντικειμένου, αφού, σε κάθε περίπτωση, θα ήταν δυνατή η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας μέσω της προσφυγής του αιτούντος αυτήν στις διατάξεις των άρθρ. 731 και 732 Κ.Πολ.Δ. Άλλωστε, η αναστολή δεν είναι ασφαλιστικό μέτρο, αλλά ρυθμιστικό μέτρο της εκκρεμούσας διαδικασίας (βλ. Εφ.Θεσ. 64/1991 ΕλλΔνη 34.1362 και Εφ.Θεσ. 2333/1989 Αρμ 1989.900), με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται ως προς αυτήν το σύνολο των διατάξεων του ΚΠολΔ περί ασφαλιστικών μέτρων, μεταξύ των οποίων και αυτές των άρθρ. 731 και 732 ΚΠολΔ. Η προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως των άρθρων 731 επ. ΚΠολΔ δεν συνάδει με την αναστολή εκτελέσεως πράξεων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως (βλ. 343/2017 ΜΠΡ ΡΟΔ 5801/2017 ΜΠΡ ΑΘ και 706/2018 ΜΠΡ ΑΘ δημ. NOMOS).