Της Ήρας Βασιλάκη
Με αφορμή την απόφαση 176/2025 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, σχετικά με την αίτηση αναστολής του άρθρου 938 ΙV ΚΠολΔ, επιχειρείται η ανάλυση της εν λόγω θεματικής, στη βάση της νομικής σκέψης που ακολουθήθηκε από το Δικαστήριο. Για την πληρέστερη παρουσίαση και κατανόηση του δικανικού συλλογισμού του ΤριμΕφΑιγαίου, παρατίθενται κατωτέρω οι βασικές θεωρητικές επισημάνσεις, αναφορικά με τον θεσμό της αναστολής εκτελέσεως που γνωρίζει η ελληνική έννομη τάξη.
Ως μορφή προσωρινής ένδικης προστασίας, η αίτηση αναστολής αποτελεί ρυθμιστικό μέτρο εκτέλεσης, το οποίο αδρανοποιεί την ήδη αρξάμενη εκτελεστική διαδικασία, απαγορεύοντας την μετέπειτα πρόοδό της. Υπό το καθεστώς που ίσχυε πριν τον ν. 4335/2015, προβλεπόταν η δυνατότητα αναστολής, αδιακρίτως αν πρόκειται για άμεση (π.χ. απόδοση ακινήτου) ή έμμεση εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η οποία απευθυνόταν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που ήταν αρμόδιο για την εκδίκαση του κύριου ένδικου βοηθήματος της ανακοπής. Ο νομοθέτης του ν. 4335/2015 διατήρησε τη δυνατότητα αυτή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 938 Ι ΚΠολΔ, μόνο επί της άμεσης εκτέλεσης, οπότε και η αναστολή χορηγείται από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ στη περίπτωση της έμμεσης εκτέλεσης, και ειδικότερα, επί κατασχέσεως ακινήτων, η αρμοδιότητα αυτή αφορά αποκλειστικά τα δικαστήρια των ενδίκων μέσων. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, η αποστέρηση της δυνατότητας άσκησης αίτησης αναστολής επί κατασχέσεως ακινήτων, ήδη από τον πρώτο βαθμό, έγκειται στο γεγονός ότι, λόγω του υποχρεωτικού χρονικού διαστήματος που πρέπει να μεσολαβήσει για τη διενέργεια πλειστηριασμού, ήτοι επτά ή οκτώ μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης, μεσολαβεί ικανός χρόνος έκδοσης απόφασης επί του ενδίκου βοηθήματος, πριν τη παρέλευση των επτά μηνών, με αποτέλεσμα η αίτηση αναστολής να καθίσταται άνευ αντικειμένου. Ως εκ τούτου, αν ασκηθεί ανακοπή, επί κατασχέσεως ακινήτου, και αυτή απορριφθεί, η μεταγενεστέρως ασκηθείσα έφεση δίνει το δικαίωμα στον καθ’ ου η εκτέλεση να ζητήσει αναστολή της διαδικασίας μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί του ενδίκου μέσου. Σημειωτέον ότι, όπως τονίζεται και στην απόφαση, η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας. Αυτή πρέπει να ζητηθεί από το δικαστήριο που έχει επιληφθεί του ενδίκου μέσου, αποκλειστικά με το εφετήριο ή με τις προτάσεις, χωρίς να προκύπτει αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα. Αν, επομένως, το δευτεροβάθμιο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 686 – επ. ΚΠολΔ, πιθανολογήσει την ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου έφεσης και κρίνει ότι, με τη συνέχιση της εκτέλεσης, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη (και όχι απλώς δυσχερώς επανορθώσιμη) βλάβη στον καθ’ ου η εκτέλεση, τότε, διατάζει την αναστολή της εκτέλεσης. Οι ίδιες προϋποθέσεις εφαρμόζονται και επί αιτήσεως αναστολής πλειστηριασμού κατ’ άρθρο 938 ΙV ΚΠολΔ, με τον πρόσθετο όρο της εμπρόθεσμης κατάθεσής της, πέντε (5) εργάσιμες μέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.
Στη περίπτωση της κατάθεσης οιουδήποτε δικογράφου, μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης από τον νόμο προθεσμίας, αυτό απορρίπτεται ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Μοναδική, τότε, δίοδος για τον αιτούντα είναι η επίκληση ενός λόγου ανωτέρας βίας, προκειμένου να επιτευχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με βάση το άρθρο 152 ΚΠολΔ είτε με αυτοτελές δικόγραφο, είτε, κατά το γράμμα του 155 Ι εδ. β’ ΚΠολΔ, μαζί με το κύριο δικόγραφο. Πιο συγκεκριμένα, η απώλεια της δικονομικής προθεσμίας δύναται να θεραπευθεί, όταν η τήρησή της δεν μπορεί να αξιωθεί από τον διάδικο. Κατά πάγια νομολογία του ΑΠ, η ανωτέρα βία αφορά σε τυχαία περιστατικά, που δεν μπορούν να αποτραπούν με «μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης». Η έννοια της ανωτέρας βίας είναι αρκετά ευρεία και αόριστη, με αποτέλεσμα ο Άρειος Πάγος, να ακολουθεί μια περισσότερο συσταλτική ερμηνεία, περιορίζοντας κατά περιεχόμενο τους λόγους που θα μπορούσαν δυνητικά να στηρίξουν ανωτέρα βία. Παράδειγμα με βάση το οποίο καταφάσκεται ανωτέρα βία και, ως εκ τούτου, επαναφορά στη προτέρα κατάσταση, με αποτέλεσμα τη θεραπεία του εκπροθέσμου, είναι, μεταξύ άλλων, και η περίπτωση της έκδοσης απόφασης επί της ασκηθείσας ανακοπής, σε χρόνο ο οποίος δεν επαρκεί για την προετοιμασία του πληρεξούσιου δικηγόρου, αναφορικά με την κατάθεση αίτησης αναστολής του πλειστηριασμού. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η προθεσμία για την κατάθεση της αίτησης αναστολής επί του πλειστηριασμού είναι προπαρασκευαστική και λήγει 5 ημέρες πριν από τη διενέργειά του. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 153ΚΠολΔ, η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί εντός τριάντα ημερών από την ημέρα παύσεως του λόγου αδυναμίας τήρησης της εκάστοτε προθεσμίας. Στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία η απόφαση επί του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής του 933ΚΠολΔ, εκδοθεί είτε λίγες μέρες πριν από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας ή ακόμη και αφού έχει μεσολαβήσει η πάροδος αυτής, καθίσταται σαφές, ότι η προσωρινή δικαστική προστασία παραμένει ατελής, λαμβανομένης υπόψιν της υποχρεώσεως του πληρεξούσιου δικηγόρου, να προετοιμαστεί, όχι μόνο για την αιτηθείσα αναστολή, αλλά πολύ παραπάνω, για την άσκηση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, αφού, όπως προελέχθη, απαραίτητη προϋπόθεση για την αίτηση αναστολής είναι και η προηγούμενη άσκηση έφεσης, προκειμένου να πιθανολογηθεί η ευδοκίμηση ενός λόγου αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η δικαστής αποφάνθηκε, αρχικώς, για το εκπρόθεσμο της αίτησης αναστολής του πλειστηριασμού, ο οποίος είχε οριστεί για τις 10.9.2025, ενώ η κατάθεση έλαβε χώρα στις 8.9.2025, ήτοι μία μέρα πριν τον πλειστηριασμό. Ο λόγος της εκπρόθεσμης κατάθεσης αφορούσε στη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης επί της ανακοπής σε χρονικό διάστημα που απείχε ελάχιστα από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας. Σημειωτέον, ότι ο λόγος της ανωτέρας βίας, προκειμένου να στηρίξει την επαναφορά της προθεσμίας, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να προταθεί από τον διάδικο, μη δυνάμενος να ληφθεί υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Οι αιτούντες την αναστολή ουδεμία αναφορά έκαναν για επαναφορά της προβλεπόμενης προθεσμίας κατ’ άρθρο 152 ΚΠολΔ, μολονότι δεν είχε μεσολαβήσει η εκπνοή της τριακονθήμερης κατ’ άρθρον 153 ΚΠολΔ προθεσμίας. Στη προκειμένη περίπτωση, οι ασκούντες το ένδικο μέσο διάδικοι, θα μπορούσαν να ζητήσουν είτε την επαναφορά κατά το γράμμα του 152 ΚΠολΔ είτε, κατά μία ευρέως διαδεδομένη στη νομολογία και θεωρία άποψη, λόγω της έκδοσης της απόφασης κατά διάστημα μη επαρκές για την προετοιμασία και άμυνά τους, την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας υπό τη μορφή ασφαλιστικού μέτρου προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης κατ’ άρθρα 731 – 732 ΚΠολΔ, καθώς δεν απαιτείται, σε αυτή τη περίπτωση, η προηγούμενη έκδοση πρωτόδικης απόφασης ή άσκησης έφεσης, παρά μόνο η πιθανολογούμενη ευδοκίμηση του ενδίκου βοηθήματος. Αυτή η άποψη, ωστόσο, συναντά αντίλογο, βασιζόμενο στον ειδικότερο χαρακτήρα των διατάξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης επί αναστολής, έναντι του γενικότερου χαρακτήρα των διατάξεων των ασφαλιστικών μέτρων, καθώς εφαρμογή των τελευταίων θα σήμαινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 938ΚΠολΔ, όσον αφορά στις προϋποθέσεις χορήγησης αναστολής, θα καθίσταντο άνευ αντικειμένου.
Ακολουθώντας τη νομική σκέψη της απόφασης, όπως αναλύθηκε παραπάνω, προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής είναι η πιθανολόγηση ενός τουλάχιστον λόγου έφεσης. Όπως είναι γνωστό, με την άσκηση της έφεσης αναβιώνει η προερχόμενη από την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος εκκρεμοδικία, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε ο δευτεροβάθμιος δικαστής να συνεχίζει, τρόπον τινά, το έργο του πρωτοβάθμιου, στη βάση του υλικού που είχε στη διάθεσή του ο τελευταίος, ενώ, νέοι ισχυρισμοί μόνο κατ’ εξαίρεση μπορούν να προβληθούν, σύμφωνα με το 527ΚΠολΔ. Θα ήταν, άλλωστε, παράλογη, η απεριόριστη δυνατότητα εισφοράς νέων ισχυρισμών στη δίκη επί της εφέσεως, καθώς αυτή θα αντέβαινε στον διορθωτικό χαρακτήρα του ενδίκου μέσου επί της προσβαλλόμενης πρωτοβάθμιας απόφασης. Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του 526ΚΠολΔ, καθίσταται απαράδεκτη οιαδήποτε μεταβολή της βάσης της αγωγής, οπότε και αποστερείται από τον εκκαλούντα η ευχέρεια να διευρύνει το αντικείμενο της δίκης, ενώ παράλληλα η διάταξη του 522ΚΠολΔ καθιερώνει το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά τρόπο ώστε τα κεφάλαια τα οποία θα απασχολήσουν τον δικαστή, να περιορίζονται μόνο σε αυτά που θα μεταβιβαστούν από τον πρώτο στον δεύτερο βαθμό, όπως θα προκύψουν από το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο και τους πρόσθετους λόγους. Ο δευτεροβάθμιος δικαστής, δηλαδή, καλείται να διαμορφώσει τη νομική του σκέψη στη βάση του υλικού που θα εισφερθεί ενώπιόν του, χωρίς να μπορεί να διευρύνει το υπό εξέταση αντικείμενο, ενώ παράλληλα, και ο εκκαλών περιορίζεται από κάθε αυτοτελή αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας που είχε υποβάλει με το δικόγραφο του ενδίκου βοηθήματος, χωρίς να μπορεί να προσθέσει στη δίκη επί της εφέσεως νέο κεφάλαιο που δεν είχε εισφερθεί στη πρωτόβαθμη. Η αρμοδιότητα, λοιπόν, του δευτεροβάθμιου δικαστή, ο έλεγχος στον οποίο καλείται να προβεί, καθώς και η εξουσία διαμόρφωσης της κρίσης του, προβλέπονται και, τελικώς, οριοθετούνται, από τις τρεις αυτές διατάξεις.
Στη περίπτωση κατά την οποία ασκηθεί έφεση επί ανακοπής 633ΚΠολΔ, και, σε συνάρτηση με την κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη προβολή νέων ισχυρισμών, θα πρέπει να τονιστούν τα ακόλουθα. Η ανακοπή του 632, αλλά και 633ΚΠολΔ εφόσον μεσολάβησε 2η επίδοση της διαταγής πληρωμής, βάλλει, όχι κατά της εκτέλεσης, αλλά κατά της εκτελεστότητας του τίτλου. Αυτό σημαίνει, ότι, προσβάλλοντας αποκλειστικά και μόνο την διαταγή πληρωμής, εφόσον η ασκηθείσα ανακοπή γίνει δεκτή, επηρεάζεται η δυνατότητα της διαταγής, ως τίτλου, να υποστηρίξει εκτέλεση, ενώ παράλληλα, οποιαδήποτε εκτελεστική διαδικασία στηριχθεί σε ακυρωμένο εκτελεστό τίτλο, συνεπάγεται ακυρότητα χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της δικονομικής βλάβης κατ’ άρθρο 159 περ. 1 ΚΠολΔ, μετά από ευδοκίμηση της ανακοπής 933ΚΠολΔ. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι οι δύο αυτές ανακοπές, μολονότι αμφότερες αποτελούν ειδικότερες μορφές ανακοπής του 583ΚΠολΔ, εντούτοις αποκλίνουν κατ’ αντικείμενο και, σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, κατ’ αποτέλεσμα. Απόρροια της παραπάνω διάκρισης είναι ότι η έφεση που θα ασκηθεί κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που απέρριψε την ανακοπή κατά της διαταγής, θα πρέπει να αναφέρεται σε λόγους που αφορούν είτε στην ίδια την απαίτηση χάριν της οποίας αυτή εκδόθηκε, είτε στη διαδικασία έκδοσής της. Τυχόν οψιγενείς λόγοι που γεννήθηκαν μετά την άσκηση της ανακοπής και αφορούν στην ίδια την εκτελεστική διαδικασία, πρέπει να προβληθούν με νέα ανακοπή, στρεφόμενη τότε κατά της ίδιας της διαδικασίας εκτέλεσης κατ’ άρθρο 933ΚΠολΔ. Ο δευτεροβάθμιος δικαστής δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει επί της μεταγενεστέρως επιβληθείσας κατάσχεσης ή διενέργειας του πλειστηριασμού, και, εξ’αυτών των λόγων, ακόμη και ουσία βάσιμοι να αποδειχθούν, να εξαφανίσει τη πρωτόβαθμη, καθώς, τον χρόνο που εξεδόθη η διαταγή πληρωμής, καλώς εξεδόθη, χωρίς να ενδιαφέρουν τυχόν οψιγενή σφάλματα στη μετέπειτα διαδικασία εκτέλεσης, μη δυνάμενα να προβληθούν στην εισαχθείσα ενώπιον του εφετείου δίκη, επί ανακοπής στρεφόμενης αποκλειστικά κατά της διαταγής.
Όσον αφορά στην επίμαχη απόφαση του ΤρΕφΑιγαίου, ο εκκαλών και αιτών την αναστολή διάδικος, προβάλλει ως λόγους ακύρωσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία απέρριψε την ασκηθείσα ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, την ακυρότητα δύο εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης, λόγω αφενός εσφαλμένου υπολογισμού της προθεσμίας διενέργειας του πλειστηριασμού, και αφετέρου ατελούς περιγραφής του πλειστηριαζόμενου ακινήτου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σαφώς και δεν προέβη στην εξέταση της ουσίας των προβαλλόμενων λόγων, οι οποίοι, εξάλλου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της μη πρωτόδικης προβολής τους. Όπως προελέχθη, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για απλώς οψιγενείς – και, άρα δυνάμενους να προταθούν στην κατ’ έφεση διαδικασία κατ’ άρθρο 527ΚΠολΔ – λόγους, διότι με την ασκηθείσα ανακοπή του 633ΚΠολΔ, προσβλήθηκε μόνο η εκτελεστότητα του τίτλου, και, σε καμία περίπτωση, η διαδικασία εκτέλεσης. Επομένως, θα μπορούσε κάλλιστα να ασκηθεί, τηρουμένης της προθεσμίας του 934ΚΠολΔ, ανακοπή 933ΚΠολΔ, για λόγους που αφορούν στη διαδικασία της εκτέλεσης χωρίς τον περιορισμό του, τιθέμενου από το γράμμα 935ΚΠολΔ, συστήματος του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι. Εξ’ αυτού του λόγου, το δικαστήριο, ορθώς, δεν προχωρά στην εκτίμηση της ουσιαστικής βασιμότητας των ως άνω αναφερόμενων λόγων εφέσεως και, πολύ περισσότερο, δεν εξετάζεται διόλου το ενδεχόμενο της πιθανολογούμενης ευδοκίμησης ενός εξ αυτών, για να ελεγχθούν οι προϋποθέσεις χορήγησης της αίτησης αναστολής, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί η εμπρόθεσμη άσκηση αυτής.
Με το παρόν σημείωμα, επιχειρήθηκε η ανάδειξη των κρίσιμων ζητημάτων που έθεσε η υπ’ αριθμ. 176/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου στη βάση της χορήγησης αναστολής. Η νομολογιακή αυτή προσέγγιση υπενθυμίζει ότι σκοπός της αναστολής δεν είναι η παράταση και καθυστέρηση της εκτελεστικής διαδικασίας αλλά, πολύ περισσότερο, η δίκαιη εξισορρόπηση μεταξύ των δικαιωμάτων του οφειλέτη και της ανάγκης αποτελεσματικής ικανοποίησης του δανειστή, εφόσον αυτή ευσταθεί.
1.ΑΠ 183/2025, ΑΠ 319/2025
2. «Εγχειρίδιο Δικαίου Αναγκαστικής Εκτελέσεως» Γ’ Έκδοση 2024, Νικόλαος Θ. Νίκας, Κεφάλαιο 5ο «Η Άμυνα κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως. Οι δίκες περί την εκτέλεση.», §32 Ι, σελ.384
3. ΜΠρωτΧανίων 285/2025



