Της Ήρας Βασιλάκη
Με την υπό κρίση ανακοπή επιδιώχθηκε η ακύρωση: α) της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, ο οποίος ματαιώθηκε λόγω μη συμμετοχής πλειοδοτών και έλλειψης προσφορών και β) της κατασχετήριας έκθεσης καθώς και του αποσπάσματος αυτής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 1260/2026 απόφασή του, έκρινε ως απαράδεκτα και τα δύο σκέλη της ανακοπής, ήτοι τόσο το μέρος που στρέφεται κατά της κατασχετήριας έκθεσης, όσο και το μέρος που στρέφεται κατά της δήλωσης συνέχισης.
- Αρχικά, με αφορμή την κρίση της ως άνω απόφασης, ως προς την ανακοπή κατά της δήλωσης συνέχισης, θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα.
Σύμφωνα με το άρθρο 973 § 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, προκειμένου να υποβληθεί δήλωση συνέχισης στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ματαίωση ή η μετά βεβαιότητος ματαίωση του πλειστηριασμού για οποιοδήποτε λόγο. Ματαίωση σημαίνει τη μη διενέργεια του πλειστηριασμού κατά την ορισθείσα στην κατασχετήρια έκθεση ημέρα, ενώ ο λόγος μη διεξαγωγής του παραμένει αδιάφορος.[1] Μετά βεβαιότητος δεν θα ακολουθήσει πλειστηριασμός, όταν συντρέχουν ουσιώδεις παραλέιψεις ή παραβάσεις της προδικασίας του.[2]
Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 966 ΙΙ, ΙΙΑ και ΙΙΒ ΚΠολΔ, στη περίπτωση κατά την οποία ματαιωθεί ο πλειστηριασμός λόγω μη παρουσίασης πλειοδοτών ή μη υποβολής προσφορών και, εφόσον το πράγμα δεν κατακυρωθεί στον επισπεύδοντα στην τιμή της πρώτης προσφοράς, κατόπιν αίτησής του, ακολουθείται άλλη (διακριτή από την προηγούμενη κατ’ άρθρο 973 ΚΠολΔ), διαδικασία επανάληψης του πλειστηριασμού. Σκοπός της διάταξης είναι, τελικώς, η ρευστοποίηση του πράγματος προκειμένου να επιτευχθεί, εν τέλει, η ικανοποίηση των δανειστών και η απαλλαγή του οφειλέτη από το βάρος των υποχρεώσεών του. Προκρίνεται, επομένως, σε ένα γενικό πλαίσιο, η επανάληψη του πλειστηριασμού και η μείωση των τιμών πρώτης προσφοράς, προκειμένου να προκύψει, εν τέλει, πλειοδοτικό ενδιαφέρον.
Ειδικότερα, επί ματαίωσης του πλειστηριασμού λόγω έλλειψης πλειοδοτών ή υποβολής προσφορών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 966 ΙΙ εδ. α’ «ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται με την ίδια τιμή της πρώτης προσφοράς και σε ημερομηνία που ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού», ενώ σύμφωνα με την παρ. ΙΙΑ «αν ο πλειστηριασμός της παρ. ΙΙ αποβεί άγονος, διεξάγεται νέος[…]» και σύμφωνα με την παρ. ΙΙΒ «Σε περίπτωση που και ο πλειστηριασμός της παρ. ΙΙΑ αποβεί άγονος, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού τον επαναλαμβάνει […]». Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι το λεκτικό των παραπάνω διατάξεων καταλείπει αμφιβολίες ως προς την υποχρέωση ή όχι υποβολής δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού, στην περίπτωση που ο πρώτος ή ο δεύτερος πλειστηριασμός αποβούν άκαρποι και ως προς το αν ο υπάλληλος του πλειστηριασμού θα πρέπει να ορίσει νέο πλειστηριασμό, ανεξαρτήτως της δικονομικής συμπεριφοράς των συμμετεχόντων στην εκτελεστική διαδικασία δανειστών. Απέναντι στην αμφίβολη αυτή διατύπωση, αξίζει να αντιπαραβάλουμε αυτή του άρθρου 973 Ι ΚΠολΔ, όπου «Αν για οποιοδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη.», οπότε και δεν καταλείπονται αμφιβολίες για την υποχρέωση κάθε δανειστή, σε περίπτωση ματαίωσης του πλειστηριασμού να υποβάλει δήλωση για τη συνέχισή του στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, υφίσταται έντονη διχογνωμία τόσο σε θεωρία[3] όσο και σε νομολογία[4], για το αν η περίπτωση ματαίωσης του πλειστηριασμού λόγω έλλειψης πλειοδοτών, εμπίπτει στο γράμμα του 973 § 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αν μπορεί δηλαδή να αποτελέσει λόγο υποβολής δήλωσης συνέχισης από πλευράς του επισπεύδοντος και, ως εκ τούτου, να δύναται να προσβληθεί με την ανακοπή του ά. 973 § 6 ΚΠολΔ. Η επίμαχη απόφαση δέχεται ότι η ανακοπή ως προς την προσβολή της δήλωσης συνέχισης, δέον να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς η περίπτωση ματαίωσης του πλειστηριασμού λόγω έλλειψης πλειοδοτών, δεν εμπίπτει στο γράμμα της ως άνω διάταξης. Δικαιολογητικό λόγο της άποψης αυτής αποτελεί το ίδιο το λεκτικό της διάταξης του ά. 966 ΚΠολΔ, η οποία στηρίζεται στον ίδιο τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, που οφείλει, στο πλαίσιο της εντολής που του έχει ήδη δοθεί από τον επισπεύδοντα, να επαναλάβει τον πλειστηριασμό, τηρουμένων των διατυπώσεων σχετικά με την αλληλουχία των σταδίων και της αντίστοιχης κάθε φορά μείωσης της τιμής του πλειστηριαζόμενου.[5] Επομένως, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση « Τυχόν δήλωση που υποβάλλεται στο πλαίσιο του άρθρου 966 ΚΠολΔ, χωρίς, δηλαδή, να συντρέχουν οι προύποθέσεις του άρθρου 973 ΚΠολΔ, δεν προσβάλλεται με την ανακοπή της παρ. 6 του τελευταίου αυτού άρθρου, καθόσον δεν συνιστά διαδικαστική πράξη εκτέλεσης, αλλά απλή προπαρασκευαστική πράξη που δεν προσβάλλεται αυτοτελώς παρά μόνο ως αντικείμενο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την οποία προσβάλλεται ο τυχόν διενεργηθείς πλειστηριασμός και η προδικασία αυτού.»
Προκρίνεται, λοιπόν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η υιοθέτηση ενός επιχειρήματος ειδικότερου προς γενικότερου. Εφόσον η περίπτωση της ματαίωσης του πλειστηριασμού λόγω έλλειψης πλειδοτών προβλέπεται σε ειδικότερη έναντι της γενικότερης διάταξης, σύμφωνα με την οποία δήλωση συνέχισης (ή υποκατάστασης) μπορεί να υποβληθεί για οποιοδήποτε λόγο, η ίσως κρατούσα άποψη στη νομολογία συντάσσεται με την εκδοχή της αυτεπάγγελτης ενέργειας του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, προκειμένου, λόγω των συνθηκών της αγοράς να καταστεί το πράγμα πιο ελκυστικό, να ικανοποιηθούν οι δανειστές και να απαλλαγεί ο οφειλέτης από τις υποχρεώσεις του.
Αυτό το οποίο, ωστόσο, δεν λαμβάνεται υπόψη από τους υποστηρικτές της άποψης αυτής, είναι η διαδικασία με την οποία η ανακοπή κατά της δήλωσης συνέχισης εκδικάζεται. Ο δικονομικός νομοθέτης, προκειμένου να διασφαλίσει – έστω σε ένα θεωρητικό πλαίσιο – την επίλυση όλων των ζητημάτων, πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, προκρίνει τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αναφορικά με την εκδίκαση των αντιρρήσεων κατά της δήλωσης συνέχισης, η δε απόφαση, επί της ανακοπής, εκδίδεται εντός ενός μηνός από την εκδίκασή της. Αν, επομένως, υιοθετηθεί η παραπάνω άποψη, ως προς την αδυναμία άσκησης της ανακοπής του 973 § 6 ΚπολΔ και δοθεί στον οφειλέτη ή σε όποιον δανειστή έχει έννομο συμφέρον η μοναδική δυνατότητα άσκησης ανακοπής του 933 ΚΠολΔ, η οποία εκδικάζεται κατά τις ειδικές διαδικασίες των περιουσιακών διαφορών, καθίσταται σχεδόν βέβαιο, ότι η ανακοπή αυτή θα προσδιοριστεί πολύ αργότερα από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, με αποτέλεσμα την ελλιπή έννομη προστασία των ανακόπτοντων.
Σε κάθε δε περίπτωση, τον ως άνω προβληματισμό, ήρθε να επιλύσει ο νομοθέτης του ν. 5221/2025 με το ά. 114, το οποίο τροποποιεί την παρ. ΙΙΒ του ά. 966 και ορίζει ότι «Οι επαναληπτικοί πλειστηριασμοί επισπεύδονται κατά το άρθρο 973, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως.». Συμπεραίνουμε, επομένως, πως και δήλωση συνέχισης θα πρέπει να υποβάλλεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και ανακοπή κατά αυτής, με βάση τα οριζόμενα στο ά. 973 § 6 ΚΠολΔ θα μπορεί να ασκηθεί. Σημειωτέον, δε, ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε ο εν λόγω νόμος, ως προς το διαχρονικό δίκαιο, θα ισχύουν για τις εκτελεστικές διαδικασίες, οι οποίες εκκινήθηκαν από την 1η. 1ου. 2026. Στην επίμαχη περίπτωση, η επιταγή με βάση την οποία εκκινήθηκε η εκτέλεση, είχε επιδοθεί προ της 1ης. 1ου.2026, με αποτέλεσμα η έντονη διχογνωμία της υποβολής δήλωσης συνέχισης και της επακόλουθης προσβολής της με ανακοπή να παραμένει.
- Ταυτόχρονα, το δικαστήριο έκρινε ως απαράδεκτο και το σκέλος που αφορούσε την ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης. Ειδικότερα, με την ανακοπή κατά της δήλωσης συνέχισης, οι μοναδικοί λόγοι που μπορούν να προβληθούν θα αφορούν στο κύρος και σε σχέση είτε με ελαττώματα της διαδικασίας υποβολής της είτε με την ακύρωση άλλων πράξεων εκτέλεσης, στις οποίες η δήλωση συνέχισης στηρίζεται, οπότε και τότε θα γινόταν λόγος για δευτερογενή ακυρότητά της, είτε, τέλος και πολύ περιορισμένα, με τον τίτλο ή την απαίτηση και, εφόσον σχετίζονται με την πρόσθετη επιταγή, στη περίπτωση που έχει επέλθει διαδοχή στο πρόσωπο του επισπεύδοντος ή του οφειλέτη.
Η ανακόπτουσα εταιρεία, προσβάλλοντας την ίδια την κατασχετήρια έκθεση, καθώς και το απόσπασμα αυτής, παραλείπει να λάβει υπόψιν της την – μείζονος σημασίας για το δικονομικό δίκαιο – αρχή της κατά στάδια προσβολής των πράξεων εκτέλεσης. Σύμφωνα με τον κανόνα που εισάγει η εν λόγω αρχή, αν κάποιο ελάττωμα που ανάγεται στον τίτλο ή την απαίτηση, δεν προταθεί εντός της προθεσμίας των 45 ημερών από την επιβολή της κατάσχεσης (ά. 934 Ι εδ. α’ ΚΠολΔ), αυτό θεραπεύεται και δεν μπορεί ο ίδιος λόγος μεταγενέστερα, σε διαφορετικό στάδιο της εκτέλεσης, να προταθεί ώστε να αποτελέσει λόγο δευτερογενούς ακυρότητας, καθώς έχει επέλθει θεραπεία του απρόσβλητου, εντός της ως άνω προθεσμίας, ελαττώματος. Ακόμη, και στην ακραία (θεωρητική και μόνον) περίπτωση κατά την οποία, είχε προχωρήσει η διαδικασία τόσο γρήγορα, ούτως ώστε να έχει μεσολαβήσει ματαίωση του πλειστηριασμού και ταυτοχρόνως, να μην είχε ακόμη παρέλθει η προθεσμία των 45 ημερών μετά από την επιβολή της κατάσχεσης, τα ελαττώματα που αφορούν στην κατασχετήρια και στο απόσπασμα αυτής, θα έπρεπε υποχρεωτικώς να προταθούν με το γενικότερο ένδικο βοήθημα της ανακοπής του 933 ΚΠολΔ, και, όχι αυτό του 973 § 6 ΚπολΔ, το οποίο αφενός εκδικάζεται με μία εντελώς διαφορετική διαδικασία από αυτήν της ανακοπής του 933 ΚΠολΔ και, αφετέρου, προβλέπεται αποκλειστικώς και μόνο για την πράξη της δήλωσης συνέχισης (ή υποκατάστασης – ζήτημα ομοίως διχογνωμούμενο και το οποίο εκφεύγει του παρόντος σχολιασμού).[6] Ratio της εν λόγω αρχής είναι η εξασφάλιση της εγκυρότητας του προηγούμενου σταδίου εκτέλεσης, προκειμένου να μην μπορεί να προσβληθεί και το επόμενο, με αποτέλεσμα την ασφάλεια δικαίου και την ταχεία εκκαθάριση των διαφορών.
Στη περίπτωση κατά την οποία υποτεθεί, κιόλας, ότι είχε ασκηθεί ανακοπή κατά της προηγούμενης πράξης εκτέλεσης, ήτοι της κατάσχεσης, και ανεξαρτήτως των παραπάνω, θα τύγχανε εφαρμογής το σύστημα του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι. Πέρα από τα άρθρα 269 Ι και 527 Ι ΚΠολΔ που αφορούν στη διαγνωστική δίκη, το συγκεντρωτικό σύστημα επεκτείνεται και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, με βάση το άρθρο 935 ΚΠολΔ. Εφόσον, λοιπόν, ασκηθεί ανακοπή κατά πράξης εκτέλεσης, ο ασκών το ένδικο βοήθημα φέρει την υποχρέωση να προτείνει ως ελαττώματα της εκτέλεσης, κάθε τι που έχει γεννηθεί μέχρι το στάδιο εκείνο. Σε διαφορετική περίπτωση, αν προσβληθεί μεταγενέστερα άλλη πράξη εκτέλεσης, λόγοι οι οποίοι ήταν ήδη γεννημένοι, ανεξαρτήτως του αν προβλήθηκαν ή όχι στην προγενέστερη δίκη, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, λόγω της βραδείας προβολής τους.
Αντί επιλόγου, δέον να γίνει ιδιαίτερη μνεία στην πλειάδα αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων, αναφορικά με το ζήτημα της δυνατότητας υποβολής δήλωσης συνέχισης μετά από ματαιωθέντα πλειστηριασμό για τον λόγο της έλλειψης πλειοδοτών και του επακόλουθου προβληματισμού για το αν είναι επιδεκτική ή όχι ανακοπής του 973 § 6 ΚΠολΔ. Το ζητούμενο δεν είναι να αποφεύγεται ο προβληματισμός της νομολογίας, ούτε να αποθαρρύνεται η ερμηνευτική εμβάθυνση. Το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στην εκτεταμένη αοριστία του γράμματος του νόμου, η οποία παρατηρείται και σε άλλες διατάξεις του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης – και όχι μόνο –, με αποτέλεσμα τη γένεση σοβαρών ερμηνευτικών ζητημάτων.
[1] ΜΕφΘεσ 521/2024 ΤΝΠ QUALEX
[2] Νίκας Ν., Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, σ. 577
[3] ΜπρΑθ 7352/2024, Αρμ 2025, σ. 53, παρατ. Πλεύρη Α.˙ Γιαννόπουλο Π. σε Δικονομικά ζητήματα της ανακοπής του άρθρου 973 VI ΚΠολΔ, ΕΠολΔ 2023
[4] ΜΠρΘες 4214/2023, ΕλΔνη 2023, σ. 1454, παρατ. Πανταζόπουλου Σ.˙ΜΕφΘες 31/2023, ΕΠολΔ 2024, σ. 448, όπου υποστηρίζεται ότι μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή του ά. 973 ΚΠολΔ
[5] ΜΠρΑθ 1003/2025 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ
[6] ΜΠρΠειρ 348/2025 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ




