Της Ήρας Βασιλάκη

Το δίκαιο της απόδειξης αφορά το οντολογικό σκέλος του δικανικού συλλογισμού. Ο Άρειος Πάγος εξετάζει αποκλειστικά και μόνο την νομική ορθότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Οι δυνατότητες που δίδονται στο αναιρετικό δικαστήριο, ως προς τον έλεγχο των εκτιμήσεων του δικαστή της ουσίας είναι περιορισμένες και «αγγίζουν» μονάχα την ενδεχόμενη παραβίαση θεμελιωδών δικονομικών κανόνων κατά τη συγκρότηση της ελάσσονος πρότασης. Σύμφωνα με τη διάταξη 559 άρ. 11 β’ ΚΠολΔ, εξαφάνιση απόφασης μπορεί να λάβει χώρα στη περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αποτελεί ειδικότερη έκφανση της αρχής της συζητήσεως, κατ’ άρθρον 106 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο οφείλει να σχηματίζει τη δικανική του πεποίθηση και να καταστρώνει τον δικανικό του συλλογισμό, στη βάση των αποδεικτικών μέσων που εισφέρουν ενώπιόν του οι διάδικοι κατά τρόπο νόμιμο και παραδεκτό. Τούτο σημαίνει, ότι η λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην επίκλησή του, αλλά χρειάζεται, ταυτόχρονα, να μεσολαβήσει και η αντίστοιχη προσκόμιση[1], η οποία αποτελεί την υλική πράξη που εξασφαλίζει στον αντίδικο το δικαίωμα ανταπόδειξης.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 6731/2020 απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία απέρριψε την ασκηθείσα ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, με την αιτιολογία της «πρόκλησης δικονομικής βλάβης στο πρόσωπο του ανακόπτοντος» λόγω της εσφαλμένης επίδοσης εξώδικης δήλωσης – καταγγελίας, με την οποία η αντίδικος γνωστοποίησε την λύση σύμβασης δανείου και την επέλευση του ληξιπρόθεσμου και του απαιτητού της αξίωσης. Κατά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης εντοπίζεται στην επίδοση της εξώδικης καταγγελίας σε διεύθυνση διάφορη από εκείνη που ο ανακόπτων είχε γνωστοποιήσει στην αντισυμβαλλόμενη Τράπεζα, με αποτέλεσμα η γενόμενη καταγγελία «να μην επέφερε ουδέποτε τα έννομα αποτελέσματά της». Με την παραδοχή αυτή, το Εφετείο προσήψε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων και ακύρωσε την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής. Σύμφωνα όμως με την αναιρετική κρίση, το δευτεροβάθμιο αγνόησε τη μη προσκόμιση από πλευράς του ανακόπτοντος – και ήδη αναιρεσιβλήτου – του εγγράφου το οποίο όφειλε (με βάση την μεταξύ τους σύμβαση) να κοινοποιήσει στη τράπεζα, γνωστοποιώντας της την μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του.

Ωστόσο η εφετειακή απόφαση παραβίασε την αρχή της συζητήσεως. Και τούτο διότι, η πρωτοβουλία της συλλογής του κρίσιμου υλικού προς το σκόπο της διαμόρφωσης της δικανικής πεποίθησης ανήκει στους διαδίκους[2]. Οι ίδιοι, δεν αρκεί απλώς να επικαλεστούν και να προσκομίσουν τα αποδεικτικά αυτά μέσα που ενισχύουν τους ισχυρισμούς τους, αλλά, πολύ περισσότερο, πρέπει να το πράξουν παραδεκτά. Τούτο σημαίνει, ότι η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων αμφότερων των διαδίκων πρέπει να γίνει αποκλειστικά και μόνο με τις προτάσεις[3], με βάση τα οριζόμενα στο άρθρο 269 ΚΠολΔ,  εκτός αν αφορούν αντίκρουση νέου ισχυρισμού κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ[4]. Εφόσον, λοιπόν, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λάβει υπόψη για τη διαμόρφωση της δικανικής του πεποίθησης αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν εισφέρονται παραδεκτώς ενώπιόν του, τότε υποπίπτει στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια και η απόφαση χρήζει εξαφάνισης. Σημειωτέον επιπλέον ότι, ως λόγος που απορρέει απευθείας από την εκδοθείσα και προσβαλλόμενη απόφαση, μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 562 ΙΙ α’ ΚΠολΔ.

Το Ακυρωτικό, λοιπόν, με την υπ’ αριθμ. 74/2025 απόφασή του, ορθώς εξαφάνισε την αναιρεσιβαλλόμενη. Παρά την – επιβεβλημένη από τον νόμο – αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δίνεται η δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να εντοπίσει πλημμέλειες της απόφασης που εντοπίζονται στην ελάσσονα πρόταση του δικαστή της ουσίας, και μόνο στο πλαίσιο που χαράσσουν οι λόγοι αναιρέσεως οι οποίοι ανάγονται στο δίκαιο της απόδειξης, ήτοι οι υπ’ αριθμ. 11, 12, 13 και 20 λόγοι, κατ’ άρθρο 559 ΚΠολΔ.

 

[1] ΑΠ 917/2020 ΤΝΠ QUALEX

[2] ΑΠ 988/2021 ΤΝΠ QUALEX

[3] ΟλΑΠ 2/2008 www.areiospagos.gr

[4] ΑΠ 759/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ